Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/5/09

Η ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ Η ΒΙΑ
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΜΠΟΥΡΑ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΕΝΘΕΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΤΙΣ 4.4.09
Πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό οι φωνές που καταγγέλλουν τη βία και καλούν σε μία απερίφραστη καταδίκη της. Είτε πρόκειται για την εξέγερση του Δεκέμβρη, είτε για τρομοκρατικές ενέργειες, είτε για επιθέσεις απροσδιόριστης προέλευσης, πρώτιστο και ενίοτε αποκλειστικό μέλημα πολλών, διανοουμένων και μη, είναι η καταδίκη της βίας. Καθώς μάλιστα η συχνότητα παρόμοιων εκκλήσεων αυξάνεται ευθέως ανάλογα με τη συχνότητα των βίαιων εκδηλώσεων, θα μπορούσε κανείς να προβλέψει, με σχετική ασφάλεια, ότι η στιγμή της απόλυτης καταδίκης θα συμπέσει με τη στιγμή της άπειρης βίας.
Το γεγονός ότι η συζήτηση για την εξέγερση του Δεκέμβρη ετράπη μαζικά προς την κατεύθυνση της βίας δεν είναι διόλου αυτονόητο, ακόμη και αν παρουσιάζεται ως τέτοιο, αλλά απαιτεί ερμηνεία. Πώς να εξηγήσει κανείς το ότι μεγάλη μερίδα διανοουμένων φάνηκε να σαγηνεύεται από το βίαιο θέαμα που συνόδευσε για μερικές ημέρες την εξέγερση, με αποτέλεσμα να απορροφηθεί από αυτό σε τέτοιο βαθμό ώστε η συζήτηση για τη βία να κατορθώσει να υποκαταστήσει τη συζήτηση γύρω από αυτό που συνέβη, ως εάν αυτό να ήταν απλώς μια εκδήλωση βίας και όχι μια βίαιη εκδήλωση. Στην πρώτη περίπτωση η βία καλύπτει την ολότητα του φαινομένου και εκβάλλει στον εξής, ιδιαίτερα δημοφιλή συλλογισμό: η βία υπήρξε συστατικό στοιχείο της εξέγερσης, και σε αυτήν οφείλεται η δύναμη και η απήχησή της. Αλλά η βία οφείλει να γίνεται κατανοητή ως το ριζικό κακό, ως το αμιγές αντίθετο της φωνής και του λόγου, της δημοκρατίας και της πολιτικής. Εφόσον λοιπόν η βία αποτέλεσε τη δεσπόζουσα του Δεκέμβρη, η εξέγερση ήταν τελικά μια πράξη άφωνη και άλογη, με χαρακτήρα αντιδημοκρατικό και αντιπολιτικό, σε τελευταία ανάλυση. Ο Δεκέμβρης δεν ήταν παρά μία εκδήλωση ληστρικής βίας.
Φαίνεται ότι στα μάτια αυτών των διανοουμένων, η βία εκείνων των ημερών λειτούργησε ως φετίχ, με την πολύ ειδική σημασία που δίνει σε αυτόν τον όρο ο Φρόυντ: εν προκειμένω, η στροφή του ενδιαφέροντος προς τη βία επιτελέστηκε ως άμυνα απέναντι στον θεωρητικό ευνουχισμό με τον οποίο απειλείται η σκέψη, κάθε φορά που έρχεται αντιμέτωπη με το απρόβλεπτο του συμβάντος, ως απάρνηση αυτού που συνέβη. Γιατί αν μπορούμε να πούμε κάτι για τα γεγονότα του Δεκέμβρη με βεβαιότητα, είναι ότι δεν θα μπορούσαν να έχουν προοικονομηθεί και δεν χωρούν με ευκολία στα προκατασκευασμένα θεωρητικά σχήματα: καλούν τη σκέψη εκ νέου. Εξ ου και η δυσκολία ονοματοδότησης. Το μόνο στοιχείο που έμοιαζε οικείο, το μόνο που ήταν αναγνωρίσιμο – χάρη σε μια ομοιότητα καθαρά τυπική, αφού το στοιχείο αυτό εντασσόταν σε ένα πλαίσιο καινοφανές –, το μόνο για το οποίο είχε κανείς έτοιμες απαντήσεις, ήταν η βία. Ωστόσο, η εσπευσμένη και σχεδόν ενστικτώδης καταδίκη της βίας φαίνεται να αποκλείει τη δυνατότητα σκέψης της, και συνακόλουθα βρίσκεται στον αντίποδα μίας κριτικής της βίας, προετοιμάζοντας κατά τον καλύτερο τρόπο τη διαιώνιση τόσο της καταδίκης όσο και της βίας. Δεν μας διαφεύγει το δευτερογενές όφελος αυτής της στάσης: αρνούμενοι να σκεφτούμε τη βία είμαστε ελεύθεροι να την λησμονήσουμε, υποκρινόμενοι ότι την έχουμε ήδη σκεφτεί, και να αποφύγουμε το πρόβλημα που απευθύνει στη σκέψη. Είναι λάθος να ταυτίζεται η δύναμη του Δεκέμβρη με τη βία που τον συνόδευσε, εκτός και αν συγχέουμε τη δύναμη με την απήχηση ενός συμβάντος. Γιατί θα μπορούσαμε να σκεφτούμε το Δεκέμβρη χωρίς τη βία του, αλλά όχι και τη βία χωρίς το Δεκέμβρη. Δεν ήταν η βία προϋπόθεση της δύναμης της εξέγερσης. Μάλλον το αντίστροφο ισχύει: η βία κατέστη εφικτή – λέμε εφικτή και όχι αναγκαία – χάρη στη δύναμη του Δεκέμβρη, η οποία εκδηλώθηκε ως ικανότητα για κοινές δράσεις. Για τούτο, μία συζήτηση η οποία επιμένει να ανάγει την εξέγερση στη βία που εμπεριείχε, ξαστοχεί από το ουσιώδες. Άλλωστε, η γενική και αόριστη καταδίκη της βίας επικοινωνεί υπόγεια τόσο με τον τρομοκρατικό εγκωμιασμό της, όσο και με την απελπισμένη, «ρεαλιστική» ή κυνική αποδοχή της ως χαρακτήρα σύμφυτου με το ανθρώπινο γένος και την ιστορία. Κοινό έδαφος αποτελεί η πεποίθηση ότι είναι εφικτή μία a priori κρίση αναφορικά με τη βία. Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι η βία εμφανίζεται σε καθορισμένες συνθήκες. Και αν μια απροϋπόθετη καταδίκη της βίας εν γένει είναι επιβεβλημένη, τούτο δεν συνεπάγεται ότι η καταδίκη δύναται να είναι και καθολική. Η απόλυτη, καθολική καταδίκη της βίας εν γένει στερείται νοήματος (πρβ. το δικαίωμα της αυτοάμυνας).
Για μια ελάσσονα συμβαντικότητα
Πού έγκειται άραγε η δύναμη του Δεκέμβρη; Πολλοί έσπευσαν να απαντήσουν στο αντίστροφο ερώτημα και με περισσή ευκολία εντόπισαν την αδυναμία του Δεκέμβρη, εκφράζοντας μάλιστα τη λύπη τους για τούτη την ένδεια, στο γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να αρθρώσει ένα συνολικότερο αίτημα, αλλά περιορίστηκε σε μία «αναρχικής» εμπνεύσεως πολεμική κατά της αστυνομίας. Αφήνοντας κατά μέρος το ότι ο ρόλος και η λειτουργία της αστυνομίας σε μία δημοκρατική πολιτεία δεν μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα (και γνωρίζουμε ότι για τον Μπένγιαμιν λ.χ. έθεταν προβλήματα που ήταν άμεσα συναρτημένα με τη βία), θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εξέγερση (δικαιούμαστε να μιλούμε για εξέγερση άπαξ και συνυπάρχουν τα εξής δύο χαρακτηριστικά: διασάλευση και χειραφετητικό πρόταγμα) διέθετε ήδη ένα καθολικό χειραφετητικό πρόταγμα κατά την αρχή της (με το χρονικό και καταστατικό νόημα του όρου): ξέσπασε με αφορμή τη δολοφονία του νεαρού μαθητή και εμψυχώθηκε από το σθένος που γέννησε στους εξεγερμένους η απλή έννοια του δικαίου (1). Και είναι αυτή η έννοια του δικαίου που προκάλεσε δημοσίως τον ανιδιοτελή ενθουσιασμό όχι μόνο στους εμπλεκόμενους αλλά και στους ανά τον κόσμο θεατές των γεγονότων, οι οποίοι, για να μιλήσουμε καντιανά, συμμετείχαν θυμικά «με ευχές». Μπορούμε μάλιστα να φανταστούμε τον εσωτερικό διχασμό πολλών διαδηλωτών, εκείνες τις μέρες, οι οποίοι ήσαν ταυτόχρονα εμπλεκόμενοι (στις διαδηλώσεις) και θεατές (των επεισοδίων) και που παρά τις ενδεχόμενες ενστάσεις επέμεναν να συμμετέχουν, με ευχές και εμπράκτως. Επιμονή η οποία δεν πήγαζε από τις θέσεις ενός «μηδενιστικού» λόγου, αλλά από την εμπεδωμένη διαπίστωση ότι εκείνη η έννοια του δικαίου δεν εκφράζεται από την αληθινή υφή του Συντάγματος και ότι, απεναντίας, για να παραφράσουμε τον Καντ, «μια απατηλή δημοσιότητα εξαπατά το λαό με τη φενάκη ενός κράτους δικαίου που προέρχεται από το δικό του νόμο, ενώ οι αντιπρόσωποί του, δελεασμένοι από τη δωροδοκία, έχουν υποταχθεί μυστικά σε αλλότριες εξουσίες».
Ώστε η εξέγερση του Δεκέμβρη λειτουργεί «ως υπόδειξη, ως ιστορικό σημείο» το οποίο αποκαλύπτει «μια καταβολή και μια ικανότητα προς το καλύτερο στην ανθρώπινη φύση». Αυτό ασφαλώς δεν ισοδυναμεί με μια απολογητική της βίας. Αλλά μόνο όταν θα έχουμε στοχασθεί την ουσία αυτού που συνέβη θα είμαστε ικανοί να μιλήσουμε με ευκρίνεια για τη βία που εμπεριείχε. Άλλωστε, αυστηρά μιλώντας, η βία δεν υπάρχει. Το Δεκέμβρη που μας πέρασε οι εκδηλώσεις βίας είχαν μια μη αναγώγιμη ετερογένεια η οποία απαιτεί συγκεκριμένες αναλύσεις: πολλαπλότητα υποκειμένων, πολλαπλότητα μεθόδων, πολλαπλότητα στοχεύσεων∙ όλα αυτά πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο που τους αρμόζει. Η βία αφορά τα σώματα. Το συμβάν αφορά το πνεύμα.

14/3/09

right for the wrong reason? or just... super stupid scientific shits?


"Studies show that administering the death penalty is even more expensive than keeping someone in prison for life. The intensive jury selection, trials and appeals required in capital cases can take over a decade and run up a huge tab for the state. Death row, where prisoners facing execution are kept in separate cells under intense observation, is also immensely
costly. A recent study by the Urban Institute, a think-tank, estimates that the death penalty cost Maryland’s taxpayers $186m between 1978 and 1999. According to the report, a case resulting in a death sentence cost $3m, almost $2m more than when the death penalty was not sought. In an age of austerity, every million dollars counts. Proponents of the abolition bills describe the death penalty as an expensive programme with few benefits."
The Economist 14/3/09

Πόσο πάει τελικά το κεφάλι; Για πόσα αξίζει να αφήσεις κάποιον να ζήσει και ίσως... για πόσα θα τον σκότωνες; Μια λογική που βλέπει το χρήμα σα κάτι πραγματικά χρήσιμο και τις ανθρώπινες ζωές σαν ένα απλό ανταλλάξιμο πράμα. Σας αρέσει αυτό το επίπεδο της επιστημονικής έρευνας στην Αμερική; Σας αρέσουν τα μεγάλα αμερικάνικα έντυπα; Σας αρέσει ο τρόπος που λειτουργούν τα πράγματα στην αμερική; Σας αρέσει ο τρόπος που σκέφτονται; Θα θέλατε η χώρα μας να ήταν σαν την Αμερική και η ζωή σας να άξιζε επιτέλους κάτι; Οχι πολλά... ίσως ένα πιάτο τη μέρα, ίσως μια σφαίρα και δυό μέτρα γης.